Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012


Α κι απου λετι ήταν μια φουρα κι ναν κιρό, ένα έμουρφο κουρτσούλι που έμισκνι μι τα μαμάκαt κι τουν μπαμπάκατ σιαπέρα στα μαντριά. Όταν γιόρταζι ιπέρσι η μανιάt τν εκανε δώρου μια κατσιούλα κόκκιανι. Κι αυτήν τν έβαζι όλ τν ωρα κι τα αλλά τα πιδιά τν έβγαλαν Κοκκιανοκατσιούλου.
Μια μέρα τλέει η μάνατς: 
---Ωω κοκιανοκατσιούλου μα, κλούριασα μια τραχανόπτα, παρτην μι του ταψί κι να τν παένς στ μανιάς, στ αλλη τ μιριά από του πουτάμι, να τδεις τι φκιαν κιόλας. 
----Σώσι αμα είνι μαμάκα, είπι η Κοκκιανουκατσιούλου, δα μι νυχτώσ.
Έβαλι η μάνατς ένα πιστιμάλι απάν στου ταψί κι του κουρίτς κίντσι μαναχότ για τμανιά τ.
Στου δρόμου έβρισκνι ένα σουρό ζούζουλα κι αρνίθια κι τχαιριτούσαν. Τι λαγοί, τι γκουστιρέοι, τι γκαχιλώνις, τι μπουμπουνάρια, τι καραμούζις , τι τσιόνια, όλα τχαίρουνταν κι δεν τφουβούνταν ντυπ.
Εκεί που πιρπατούσι έκατσι σι μια πατλιά να χέσ΄ κι μαζιψι κι ξινίθρις. Άκουσι τότι φουρλατό στ΄ζίγρις κι τα πλια κι τα ζούζουλα σκαπέτσαν.
--- Τι γίγκι τώρα , είπι η κοκκινοκατσιούλου.
Ύστιρα γυρνάει κι νατους η λύκαρους. Λαχτάρσι του κουρίτσι. 
----Λίλι !!! εσκουξι. Ντου ρα λύκους, ντου ρα λύκους, μο αυτός εικεί. Αιπάν τα αυτιά κι τλέει: 
----Που παέντς μα μαναχιάς στα αρμάνια? 
--Παένου τραχανόπτα στ μανιάμ, ισένα τι σι νοιάζ?
---Αααα, να τνπείς τα χειριτήματα. Άιντι φέγου τωρα. 
Εκουψι τουν ανήφουρου η λύκαρους, έβγαλι του παγούρι του κουρτσούλι κι ήπιε νιρό απ τα λαχτάρα. Κίντσι πάλι του δρόμου κι δεν σταμάτσι ντυπ. Ύστιρα απού ώρα έφτασι στου σπίτ τς μανιάς τς. Αρχίτιρα όμους είχι παένει η λύκους κι γέλασι τα μάκου τάχα ήταν η Κοκκινοκατσιούλου κι εικίν η σαλιά τουν άνοιξι. Χλαπ κι κάτ τν έχαψι η λύκαρους. Γκουρλώθκι παραλίγου κι γριντώθκι στουν ύπνου. 
Φταν κι από λέτι η Κοκκινοκατσιούλου κι βαράει τν πόρτα:
---- Ωωωω μανιά, μανιά οοο ου!!!!! 
Σκώνιτι η λύκους, 
-----τι να φκιάσου να τν φαου κι αυτήν? Ααα δα βάλου τα στρανια τσ΄ μάκους κι δα τ΄ γιλάσου. 
Βαζ τα φουστανια, τν μαντήλα κι τα γυαλιά τα γκαβουμάκους κι είπι μι λιανή φουνή όσου μπόρισι:
---- Έμπα μέσα μα ανοιχτά είνι. 
Μπήκι η Κοκκινοκατσιούλου , γλέπει καταϊ στου κριβάτι, κλούρα στ φλουκάτ η μακου. 
--ω γιαγιακα μα τι κλουριάσκις, σήκου σε έφιρα πίτα.
--δεν μπουρώ μωρ μάναμ, μι κρούει θιρμασιά.
---ωωω μανιά τι μύτη έφκιασις, σαν πατλιτζιάνα γίγκι.
---Για να φεγν η μύξις απ΄τν αστόχια κουρίτσιμ
---ωωω μανια μα τι τα γκουρλουσις ετς τα ματια, γκαβάθκις κι άλλου?
----Για να γλέπου του τσιγκιλάκι κουρίτσι μ
----ωωω μα μανια κι συ, τι μασέλα εφκιασις, έβαλις άλλη τρανύτιρ?
----Για να σι ντριρλικώσου...Και χλάπ μια χαψιά κι αυτήν τν έκανι.
----Μπο μπο μπο μπο ...έκανι η λύκους. ---Δα τουν πάρου λιγου, έσκασα στου φαί.
Επισι στου κριβάτι κι τουν πήρι ένα κι ένα.
Πέρασι η ώρα κι φάγκι στου σπίτ τα μάκους ένας κυνηγός καψιαλιάρς, που γύρζι στου χουριό ουδι έτσι, ναι τσιόνια ναι λαγοί.
---Ααα δα παενου ιδω τ Θεια να πιώ έναν καφέ κι ύστιρα παένου στου χουριό. 
---Θειά ωωω θειά, ..Δα μισμέριαζ σκέφκι. Κοιτάει απ του παραθύρι, ταράθκι: Η λύκους τν κλια ντούρλα κι κοιμούνταν. Πθινά η μάκου. Μπαίνει μέσα η κυνηγός , τουν τφικάει μια στουν κώλου, άνοιξι αυτός τς΄ έχεσι κι τς δυό, γιαγιά κι αγγουνή.
----Λιλι πιδούλι μ τι μας έφκιασι η λύκαρους, να φαει του κιφάλιτ να φάει.
Χάρκαν όλοι μαζί έκατσαν έφαγαν τν πίτα κι πέταξαν του λύκου στ κουπριά.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι μεί καλύτιρα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου